Μέσα από την χρήση της ουσίας (της ηρωίνης και τελικά κάθε ψυχοδραστικής ουσίας) πραγματοποιείται μια επιχείρηση για να καλυφθούν τα εσωτερικά κενά, να καλμάρει το άγχος και ο πόνος που αυτά προκαλούν. Το τραγικό περίπτωση είναι ότι τα κενά όχι μόνο δεν καλύπτονται από τις ουσίες, αλλά έρχονται ακόμα πιο μαζικά και επώδυνα στην επιφάνεια. Η ίδια η εξάρτηση ως λειτουργία αναδεικνύει πρώτα απ’ όλα την ελλειμματικότητα του ψυχικού οργάνου. Μια ελλειμματικότητα που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εγκατάσταση της εξάρτησης (…).
Η θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης ισοδυναμούσε με την αντίστροφη πορεία, με την επιστροφή της (θεραπευόμενης) στην πραγματικότητα και την κατάκτηση της ικανότητας να την κοιτάξει κατάματα και να την αντιμετωπίσει.
Κατερίνα Μάτσα, Η περίπτωση Ευριδίκη. Κλινική της τοξικομανίας. Εκδ. Άγρα
